| Γύριζα
να γνωρίσω την Αττική, έτσι νόμιζα. Μα εγώ γύριζα να γνωρίσω την ψυχή
μου. Στα δέντρα, στα βουνά, στη μοναξιά ζητούσα να βρω και να γνωρίσω
την ψυχή μου, μάταια. Η καρδιά δε σκιρτούσε. Σημάδι άσφαλτο πως δεν
έβρισκα αυτό που ζητούσα.
Μια μέρα μονάχα, ένα μεσημέρι θάρρεψα πως τη βρήκα. Είχα πάει ολομόναχος
στο Σούνιο. Ήλιος καφτός, είχε μπει το καλοκαίρι, τα πληγωμένα πεύκα
έχυναν το ρετσίνι τους κι ο αγέρας μοσκοβολούσε. Ένα τζιτζίκι ήρθε
και κάθισε στον ώμο μου και κάμποση ώρα οδοιπορούσαμε μαζί. Μύριζα
όλος σαν πεύκο, είχα γίνει πεύκο. Κι άξαφνα, ως ξεπρόβαινα από τον
πευκώνα, είδα τις άσπρες κολόνες του ναού του Ποσειδώνα, κι ανάμεσα
τους, στραφταλιστή, σκούρα γαλάζια, την άγια θάλασσα. Τα γόνατα
μου κόπηκαν, στάθηκα. Ετούτη είναι η Ομορφιά συλλογίστηκα, ετούτη
είναι η αφτέρουγη Νίκη, η κορφή της χαράς, πιο πάνω δεν μπορεί να
φτάσει ο άνθρωπος. Ετούτη είναι η Ελλάδα.
Τόση ήταν η χαρά μου που μια στιγμή θάρρεψα, θωρώντας την ομορφιά
της Ελλάδας, πως οι δυο λαβωματιές γιατρέυτηκαν και πως αξίζει ο
κόσμος τούτος, ας είναι κι εφήμερος. Ίσια ίσια γιατί είναι αφήμερος.
Και δεν είναι σωστό να μάχουμαι να μαντέψω στο πρόσωπο του κοριτσιού
τη μελλούμενη γριά, παρά στο πρόσωπο της γριάς ν’αναδημιουργώ και
ν’ανασταίνω τη δροσιά και τη νιότη της κοπέλας που δεν υπάρχει πια.
Νίκος Καζαντζάκης
|